utvakad

Hint: (m.)

ξαγρυπνισμένος

Info: ξαγρυπνισμένος, -η, -ο

vaka, vara sömnlös

ξαγρυπνώ

sömnlös person, nattsuddare

ο ξενύχτης

vakande, sömnlöshet

το ξενύχτι

sömnlös person, nattsudderska

η ξενύχτησσα

vaka, 'nattsudda'

ξενυχτώ

vakna, väcka

ξυπνώ

fader-

ο παπα- ο παπα

exempel

το παράδειγμα

följande, nedanstående

παρακάτω

Info: παρακάτω, ο, η, το

Paris

το Παρίσι

fader

Hint: 2 möjl.

ο πάτερ ο πατέρας

πεθαίνω

därborta

πέρα

underligt, egendomligt

περίεργα

torg

η πλατεία

bred, vid

Hint: (m.)

πλατύς

Info: πλατύς, -ιά, -ύ

översvämma, fyllas

πλημμυρίζω

cykel

το ποδήλατο

flod, å

το ποτάμι

stavelse

η συλλαβή

kort, snabb

Hint: (m.)

σύντομος

Info: σύντομος, -η, -ο

lättjefullt, trögt

τεμπέλικα

ömt, mört, skört

τρυφερά

te

το τσάι

tålmodigt

υπομονετικά

tyckas, synas

φαίνομαι