Olympen

ο 'Ολυμπος

beväpna

οπλίζω

Info: οπλίζω, -ομαι

presentera, förete

παρουσιάζω

Info: παρουσιάζω, -ομαι

upphöjning

το πατάρι

gång, marsch

η πορεία

(rygg)säck

το σακίδιο

tvål

το σαπούνι

klättra

σκαρφαλώνω

redskap

το σκεύος

tält; scen

η σκηνή

skida

το σκί

gatsopare, sophämtare

ο σκουπιδιάρης

pryda, smycka

στολίζω

Info: στολίζω, -ομαι

breda över, duka, bädda

στρώνω

Info: στρώνω, -ομαι

diskussion

η συζήτηση

van, vanlig

Hint: (m.)

συνηθισμένος

Info: συνηθισμένος, -η, -ο

mat, livsmedel

το τρόφιμα

förskräcklig, skräckinjagande

Hint: (m.)

φοβερός

Info: φοβερός, -ή, -ό

lasta

φορτώνω

Info: φορτώνω, -ομαι

fotografisk

Hint: (m.)

φωτογραφικός

Info: φωτογραφικός, -ή, -ό

räv

η αλεπού

skämt, vits

το αστείο

karnevals- (α..)

Hint: (m.)

αποκριάτικος

Info: αποκριάτικος, -η, -ο

ta avsked av

αποχαιρετώ

Info: αποχαιρετώ, -ιέμαι

riklig

Hint: (m.)

άφθονος

Info: άφθονος, -η, -ο

gå, promenera, vandra

Hint: 2 möjl.

βαδίζω περπατώ

Info: περπατώ,-ιέμαι

karikatyr

η γελοιογραφία

maskinskriverska(-are)

ο δαχτυλογράφος η δαχτυλογράφος

trema

τα διαλυτικά

diftong

ο δίφθογγος