neutralisera

εξουδετερώνω

Info: εξουδετερώνω, -ομαι

yrkesman, fackman

ο επαγγελματίας

amatör

ο ερασιτέχνης

arbeta

εργάζομαι δουλεύω

Info: δουλεύω,-ομαι

värma

ζεσταίνω

Info: ζεσταίνω, -ομαι

konstnär (ζ..)

ο ζωγράφος

beundra

θαυμάζω

Info: θαυμάζω, -ομαι

dagligen

καθημερινά καθημερινώς

Info: καθημερινά(-ώς)

rökare

ο καπνιστής

vinst

το κέρδος

Korfu

η Κέρκυρα

lura, driva med

κοροϊδεύω

Info: κοροϊδεύω, -ομαι

åra

το κουπί

Kreta

η Κρήτη

kristallklar

Hint: (m.)

κρυσταλλένιος

Info: κρυσταλλένιος, -α, -ο

Lesbos

η Λέσβος

hängiven, inbiten

Hint: (m.)

μανιώδης

Info: μανιώδης, -ης, -ες

behandla, använda

μεταχειρίζομαι

hata

μισώ

Info: μισώ, -ούμαι

Mykonos

η Μύκονος

lukta

μυρίζω

Info: μυρίζω, -ομαι

ö

το νησί

ö-

Hint: (m.)

νησιώτικος

Info: νησιώτικος, -η, -ο

skönhet

η ομορφιά

drömma

ονειρεύομαι

bänk

το παγκάκι

allmänt känt

Hint: (m.)

πασίγνωστος

Info: πασίγνωστος, -η, -ο

beskriva

περιγράφω

Info: περιγράφω, ομαι

lägga till (vid sidan av)

πλευρίζω

Info: πλευρίζω, -ομαι

Poros

ο Πόρος